Ζηζιούλας επίσκοπος Ιωάννης

Ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας γεννήθηκε στὸ Καταφύγιο Κοζάνης καὶ ὁλοκλήρωσε τὶς ἐγκύκλιες σπουδὲς στὴν πόλη τῆς Κοζάνης. Εἰσήχθη πρῶτος στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὕστερα πὸ δύο ἔτη σπουδῶν μετεγράφη στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ἡ οἰκογένειά του. Ἀμέσως μετὰ τὴν ποφοίτησή του πραγματοποίησε σπουδὲς στὸ Οἰκουμενικὸ Ἰνστιτοῦτο τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶνἘκκλησιῶν (ΠΣΕ) στὸ Bossey, κοντὰ στὴ Γενεύη τῆς Ἑλβετίας. Στὸ Ἰνστιτοῦτο αὐτὸ ἦλθε σὲ μιὰ πρώτη καὶ ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὴ θεολογία τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν τῆς Δύσης.
Ὕστερα πὸ ὑποτροφία τοῦ ΠΣΕ πραγματοποιεῖ μεταπτυχιακὲς σπουδὲς (Master καὶ διδακτορικό) στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Harvard στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες Ἀμερικῆς. Στὸ Harvard ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας εἶχε τὸ προνόμιο νὰ μαθητεύσει κοντὰ σὲ διαπρεπεῖς καθηγητές, ὅπως ὁ Paul Tillich τῆς συστηματικῆς θεολογίας, ὁ ἀείμνηστος ὀρθόδοξος θεολόγος τῆς ρωσικῆς διασπορᾶς Γεώργιος Φλωρόφσκυ τῆς πατερικῆς θεολογίας, ὁ κλασικὸς φιλόλογος Werner Jaeger κ.ἄ. Στὸ Harvard ἀνέλαβε ὡς θέμα διατριβῆς τὴ χριστολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ. Διετέλεσε συνεργάτης τοῦ Ἱδρύματος Βυζαντινῶν Μελετῶν τοῦ Harvard, τοῦ γνωστοῦ Dumbarton Oaks, ὅπου ἐπελέγη ὡς ἑταῖρος (fellow) καὶ παρέμεινε ἐπὶ τρία ἔτη. Στὸ διεθνοῦς ἀκτινοβολίας ἐπιστημονικὸ αὐτὸ κέντρο συνεργάσθηκε μὲ ἐξέχουσες προσωπικότητες τῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητας. Παράλληλα, ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας συνεργάστηκε μὲ τὴν Ἑλληνορθόδοξη Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ Βοστώνης, ὅπου δίδαξε Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων, καὶ μὲ τὸ Θεολογικὸ Σεμινάριο τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου στὴ Νέα Ὑόρκη, ὅπου δίδαξε Κανονικὸ Δίκαιο τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Κατόπιν, ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα καὶ ὑπέβαλε διδακτορικὴ διατριβὴ στὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν μὲ θέμα «Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καὶ τῷ ἐπισκόπῳ κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους αἰῶνας», ἡ ὁποία ἐνεκρίθη μὲ ἄριστα τὸ 1965.
Κατὰ τὴν περίοδο 1966-67 ἐργάσθηκε ὡς ἐπιστημονικὸς βοηθὸς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν. Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1967 διορίζεται ὡς Γραμματεὺς τοῦ Τμήματος «Πίστις καὶ Τάξις» τοῦ ΠΣΕ ὅπου καὶ παρέμεινε μέχρι τὸ 1970. Στὴ Γενεύη ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας ἦλθε στὸ ἐπίκεντρο τῶν θεολογικῶν ζυμώσεων σὲ διαχριστιανικὸ ἐπίπεδο καὶ δραστηριοποιήθηκε στὴ διαμόρφωση θεολογικῶν προγραμμάτων, ἔχοντας τὴν εὐθύνη τῆς διοργάνωσης διεθνῶν συνεδρίων ἐπὶ ἐκκλησιολογικῶν θεμάτων οἰκουμενικοῦ ἐνδιαφέροντος. Παράλληλα, δίδαξε συχνὰ ὡς προσκεκλημένος ὁμιλητὴς στὸ Μεταπτυχιακὸ Ἰνστιτοῦτο Οἰκουμενικῶν Σπουδῶν τοῦ Bossey, τοῦ ὁποίου διευθυντὴς ἐκείνη τὴν περίοδο ἦταν ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς Νίκος Νησιώτης.
Τὸ 1970 ἐκλέγεται ἀναπληρωτὴς καθηγητὴς τῆς δογματικῆς θεολογίας στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Ἐδιμβούργου στὴ Μ. Βρετανία, ὅπου καὶ παραμένει γιὰ τρία ἔτη. Τὸ 1973 ἐκλέγεται καθηγητὴς τῆς συστηματικῆς θεολογίας στὸ πανεπιστήμιο τῆς Γλασκώβης, θέση ποὺ τοῦ ἐδόθη γιὰ λόγους διεθνοῦς ἀναγνώρισης τῆς ἐπιστημονικῆς του προσφορᾶς.
Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς διδασκαλίας του στὴ Μ. Βρετανία εἶναι ἡ σύγκριση τῆς Δυτικῆς μὲ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, καθὼς καὶ ἡ προβολὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὴ Δύση. Ἔχοντας ἀπὸ καιρὸ τὸν καημὸ καὶ τὸ μεράκι νὰ διδάξει στὴν πατρίδα, τὸ 1984 μετακαλεῖται ὡς καθηγητὴς τῆς δογματικῆς καὶ συμβολικῆς θεολογίας στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ὅπου καὶ θὰ διδάξει μέχρι τὴ συνταξιοδότησή του τὸ 1998.
Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ 1986 ἐκλέγεται καὶ χειροτονεῖται «ἀθρόον» εἰς ἀρχιερέα ὡς ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολίτης Περγάμου, ἀναλαμβάνοντας ἐνεργότερο ρόλο ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὶς διορθόδοξες καὶ διαχριστιανικὲς σχέσεις. Διδάσκοντας παράλληλα μέχρι τὸ 1987 καὶ στὴ Γλασκώβη, ἀπὸ τὸ 1989 εἶναι μόνιμος ἐπισκέπτης
καθηγητὴς στὸ King’s College τοῦ πανεπιστημίου τοῦ Λονδίνου. Τὸ 1993 ἐξελέγη τακτικὸ μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 2000 ἀνέλαβε Διευθυντὴς τοῦ νεοϊδρυθέντος Γραφείου Ἐκπροσωπήσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Ἀθήνα. Τὸ 2002 ἐξελέγη Πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Τὸ 2014 παραιτήθηκε πὸ τὴ θέση τοῦ Διευθυντῆ τοῦ Γραφείου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Ἀθήνα καὶ ἡ ἐπαρχία του ἀνυψώθηκε προσωποπαγῶς στὴν τάξη τῶν Γεροντικῶν
Μητροπόλεων.
Δίδαξε ὡς ἐπισκέπτης καθηγητὴς στὸ Γρηγοριανὸ πανεπιστήμιο τῆς Ρώμης, καθὼς καὶ στὸ πανεπιστήμιο τῆς Γενεύης, ἐνῶ ἔδωσε διαλέξεις σὲ πολλὰ πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης καὶ στὸ Ἰνστιτοῦτο Ὀρθόδοξης Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μπαλαμὰντ στὸν Λίβανο. Πάνω ἀπὸ ἑκατὸ διδακτορικὲς καὶ διπλωματικὲς διατριβὲς ἔχουν ἐκπονηθεῖ γιὰ τὸ ἔργο του στὸ ἐξωτερικό, ἐνῶ οἱ βιβλιοκρισίες καὶ οἱ ἀναφορὲς στὸ ἔργο του διεθνῶς ἀνέρχονται σὲ πολὺ μεγάλο ἀριθμό. Εἶναι μέλος τῆς Διεθνοῦς Ἀκαδη-
μίας ΘρησκευτικῶνἘπιστημῶν (Académie Internationale des Sciences Religieuses), τοῦ Institut des Sciences Théoriques (classe des sciences sacrées) τῶν Βρυξελλῶν καὶ ἑταῖρος τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Εἶναι ἀκόμη ἐπίτιμος διδάκτωρ τοῦ Καθολικοῦ Ἰνστιτούτου Παρισίων, τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βελιγραδίου, τοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Ἁγίου Σεργίου Παρισίων, τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Babes-Bolyai στὸ Cluj-Napoca τῆς Ρουμανίας, τῆς Καθολικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Münster, τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Μιλάνου καὶ τοῦ Τμήματος Ὀρθόδοξης Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μονάχου. Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου εἶναι πρόεδρος τῶν Πανορθόδοξων Προσυνοδικῶν Διασκέψεων, πρόεδρος διαφόρων Ἐπιτροπῶν Θεολογικοῦ Διαλό-
γου καὶ σύμβουλος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, πρόεδρος τῆς Διορθόδοξης Ἐπιτροπῆς γιὰ τὴν προστασία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καὶ τῆς ἀντίστοιχης γιὰ τὴ Βιοηθική, μέλος τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΠΣΕ (1975-1983) καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καὶ Τάξις», καὶ ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὶς Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν (Οὐψάλα 1968, Ναϊρόμπι 1975, Βανκοῦβερ 1983, Καμπέρα Αὐστραλίας 1992).

Πάνω ἀπὸ ἑκατὸ εἶναι οἱ δημοσιευμένες μελέτες τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου στὴν ἑλληνικὴ καὶ –οἱ περισσότερες– στὶς τρεῖς βασικὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, δίχως νὰ λαμβάνουμε ὑπόψη τὰ διάφορα κείμενα διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων στὰ ὁποῖα ἐργάσθηκε ὡς συντάκτης. Τὰ ἔργα του ἔχουν μεταφραστεῖ ἐπίσης στὰ ἰταλικά, ρουμανικά, ἰσπανικά, σερβικά, ρωσικά, ἰαπωνικὰ καὶ κινεζικά.